Το Αναγνωστικό της Ε΄ Δημοτικού
Ενότητες
Φωτό & Βίντεο
Δημοφιλή Άρθρα
Εορτολόγιο (νέο ημ.)
13/9 Εγκαίνια του θείου Ναού της του Χριστού του Θεο
ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ ΕΓΚΑΙΝΙΩΝ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
Πρόκειται για τον Ναό του Παναγίου Τάφου, που ο Μέγας Κωνσταντίνος ανήγειρε στον τόπο του Γολγοθά και τον Ναό αυτό εγκαινίασε κατά το έτος 330.
Απολυτίκιον. Ἦχος δ΄. Ὡς τοῦ ἄνω στερεώματος τὴν εὐπρέπειαν, καὶ τὴν κάτω συναπέδειξας ὡραιότητα, τοῦ ἁγίου σκηνώματος τῆς δόξης σου Κύριε, Κραταίωσον αὐτὸ εἰς αἰώνα αἰῶνος, καὶ πρόσδεξαι ἡμῶν, τὰς ἐν αὐτῷ ἀπαύστως προσαγομένας σοι δεήσεις, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, ἡ πάντων ζωῂ καὶ ἀνάστασις.
Κοντάκιον. Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον. Οὐρανὸς πολύφωτος &... Περισσότερα »
Εορτολόγιο (παλαιό ημ.)
31/8 Κατάθεσις Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου*
ΚΑΤΑΘΕΣΙΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Η ανακομιδή της τίμιας Ζώνης της Θεοτόκου, άλλοι λένε ότι έγινε από το βασιλιά Αρκάδιο και άλλοι από το γιο του Θεοδόσιο τον Β’. Η μεταφορά έγινε από την Ιερουσαλήμ στην Κωνσταντινούπολη και την τοποθέτησαν σε μια χρυσή θήκη, που ονομάσθηκε αγία Σωρός. Όταν πέρασαν 410 χρόνια, ο βασιλιάς Λέων ο Σοφός άνοιξε την αγία αυτή Σωρό για τη βασίλισσα σύζυγο του Ζωή, που την διακατείχε πνεύμα ακάθαρτο. Όταν λοιπόν άνοιξε την αγία Σωρό, βρήκε την τίμια Ζώνη της Θεοτόκου να ακτινοβολεί υπερφυσικά. Και είχε μια χρυσή βούλα, που φανέρωνε το χρόνο και την ήμερα που μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Αφού λοιπόν την προσκύνησαν, ο Πατριάρχης άπλωσε την τιμία Ζώνη επάνω στη βασίλισσα, και αμέσως αυτή ελευθερώθηκε από το δαιμόνιο. Όπ... Περισσότερα »
Newsletter
Δωρεά Στον Σύνδεσμό Μας
5. Ο Ακάθιστος Ύμνος
5. Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

Τί ὡραῖα λόγια! Τί γλυκειὰ μελῳδία ἀκούσαμε ἀπόψε!, ἔλεγε ἡ ῾Ελένη στὴ μητέρα της τὸ βράδυ τῆς Παρασκευῆς τῆς πέμπτης ἑβδομάδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καθὼς ἐγύρισαν στὸ σπίτι ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Καί χωρὶς νὰ τὸ καταλάβῃ ἐσιγοψιθύρισε:
Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη
εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τὸ Χαῖρε.
Δὲν ἐθυμόταν ὅμως τὸ παρακάτω κι ἐξακολούθησε:
Τῇ
῞Υπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια·
῾Ως λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν, εὐχαριστήρια
ἀναγράφω σοι, ἡ Πόλις σου, Θεοτόκε.
Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ Κράτος ἀπροσμάχητον,
ἐκ
παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
ἳνα κράζω σοι: Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε.
- Δὲν ξέρω, μητέρα, γιατί αὐτὸ τὸ τροπάριο μ’ ἀρέσει πολύ, συνέχισεν ἡ ῾Ελένη, ὃταν ἐτελείωσε τὸ ψάλσιμο.
- Μὰ εἶναι, παιδί μου, νὰ μὴ σ’ ἀρέσῃ καὶ νὰ μὴ σ’ ἐνθουσιάζῃ ὁ ὕμνος αὐτὸς τῆς Παναγίας μας, ὁ ὁποῖος συνδέεται μὲ μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἔνδοξες σελίδες τῆς ἱστορίας τοῦ Ἔθνους μας;
- Ἀλήθεια, μητέρα, ἔχει κι αὐτός, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐκκλησιαστικοί μας ὕμνοι, σχέσι μὲ τὴν ἱστορία τοῦ ῞Εθνους μας; ἐρώτησε τώρα ἡ ῾Ελένη ἐπίτηδες, γιὰ νὰ κάμῃ τὴ μητέρα της νὰ τῆς διηγηθῇ κάτι καινούργιο γιὰ τὰ κατορθώματα τῶν προγόνων μας, τὰ ὁποῖα τόσο τὴν ἐσυγκινοῦσαν καὶ τὴν συνήρπαζαν. Κι ἡ μητερα ἡ ὁποία ἁφορμή ἐζητουσε γιὰ ν’ ἀπασχολῇ τὴν κόρη της μὲ ὠφέλιμες ἱστορίες, ἄρχισε:
‹‹Πολλὲς φορὲς ἡ Κωνσταντινούπολις, παιδί μου, ἡ θαυμαστὴ πρωτεύουσα
τῆς ἔνδοξης ῾Ελληνικῆς αὐτοκρατορίας, ἀντιμετώπισε μεγάλους καί φοβεροὺς
κινδύνους καὶ πολλὲς φορὲς ἐχρειάσθηκε ν’ ἀγωνισθῇ σκληρὰ καὶ νὰ χύσῃ ἄφθονο τὸ
αἷμα τῶν παλληκαριῶν της, γιὰ νὰ τοὺς νικήσῃ.
»Μὰ ἐκείνη τὴ φορὰ εὑρέθηκε χωρὶς πολλοὺς ὑπερασπιστὰς καὶ ἡ ἀγωνία, τὴν ὁποίαν
ἐδοκίμασε ὁ λαὸς μπροστὰ στὴ βάρβαρη ἐπίθεσι τοῦ ἐχθροῦ, δὲν ἦταν λίγη.
» Ἦταν τὴν ἐποχή, ποὺ ὁ ῾Ηράκλειος, ἀφοῦ ἐσυνθηκολόγησε μὲ τοὺς βορεινοὺς
ἐχθροὺς τοῦ Κράτους, τοὺς Ἀβάρους, ἐκήρυξε τὸν πόλεμο ἐναντίον τῶν Περσῶν κι
εἶχε πάει μακριά, μέσα στὰ βάθη τῆς Περσίας.
»῎Ηθελε νὰ κτυπήσῃ τὸ θηρίο στὴν καρδιά του, μέσα στὴ χώρα του, γιατὶ ὁ
κίνδυνος ἀπ’ αὐτὸ ἦταν μεγάλος. Κίνδυνος τοῦ ῎Εθνους, κίνδυνος τοῦ Χριστοῦ,
κίνδυνος τοῦ πολιτισμοῦ.
» Οἱ νικηφόρες μάχες τῶν ῾Ελλήνων ἀκολουθοῦσαν ἡ μία τὴν ἄλλη κι ὁ Πέρσης
βασιλεὺς Χοσρόης εἶχε περιέλθει σὲ δύσκολη θέσι. ῎Επρεπε ν’ ἀφήσῃ τὴ Χαλκηδόνα,
ἀπὸ τὴν ὅποία μὲ τὰ στρατεύματά του ἐπίεζε τὴν πρωτεύουσα, καὶ νὰ γυρίσῃ στὴν
Περσία. Ἐπροσπάθησε ὃμως στὸ μεταξὺ νὰ πείσῃ τοὺς Ἀβάρους, για νὰ παραβιάσουν
τὴ συμφωνία, τὴν ὅποίαν εἶχαν κάμει μὲ τὸν ῾Ηράκλειο, καὶ νὰ ἐπιτεθοῦν ἐναντίον
τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὸ βορρᾶ. Προπαντὸς τώρα, ποὺ ὁ αὐτοκράτωρ μὲ τὸν
πολὺ στρατὸ ἦταν πολὺ μακριὰ καὶ δὲν ὑπῆρχε τρόπος νὰ γυρίσῃ. Καὶ οἱ ῎Αβαροι
χωρὶς πολλοὺς δισταγμοὺς ἤ ἐπιφυλάξεις ἐδέχθηκαν καὶ παρεσπόνδησαν.
»Ἐπετέθησαν
λοιπὸν ἐναντίον τῆς αὐτοκρατορίας καὶ ἄρχισαν νὰ καῖν᾽, ν’ ἁρπάζουν, νὰ
λεηλατοῦν καὶ νὰ καταστρέφουν τίς βορεινὲς ἐπαρχίες, προχωρῶντας σιγὰ σιγὰ πρὸς
τήν Πόλι, ἕως ὅτου ἔφθασαν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη της καὶ τὴν ἐπολιόρκησαν.
»Φαντάζεσαι τώρα, ῾Ελένη, τὴν ἀγωνία τοῦ πολιορκημένου λαοῦ. Οἱ ἱκανοὶ μαχηταί του
ἦσαν εἰς τὴν Περσία. Κι αὐτοὶ ἦσαν τόσο λίγοι... Καὶ πάλι ὅμως δὲν ἐδείλιασαν.
Ἑνίσχυσαν τὴ φρουρὰ τῶν τειχῶν καὶ ἀντέταξαν ἀποτελεσματικὴ ἄμυνα.
»Ἀλλ’ ἡ πολιορκία ἐγινόταν πιὸ στενὴ κι ἡ πίεσις στὰ τείχη ἐμεγάλωνε. Μάταια ὁ
πατριάρχης Σέργιος καὶ ὁ πρωθυπουργὸς Βῶνος ἐπαρακαλοῦσαν τὸν ἀρχηγὸν τῶν
Ἀβάρων Χαγᾶνο νὰ δεχθῇ ὅσα δῶρα θελήσει νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Πόλι.
»Ὑπερήφανος ἐκεῖνος γιὰ τὴν εὔκολη, ὅπως ἐνόμισε, κατάκτησι ἔδιωξε μὲ βάναυσο
τρόπο τοὺς ἀπεσταλμένους μ’ αὐτὰ τὰ ἀγέρωχα λόγια:
»Δὲν δέχομαι τίποτε. Νὰ φύγετε ὅλοι ἀπὸ τὴν Πόλι, γιατὶ δὲν πρόκειται νὰ
γλυτώσῃ κανείς. Εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθῆτε, ἐκτὸς ἄν γίνετε ψάρια καὶ περάσετε τὴ
θάλασσα κολυμπῶντας ἢ πουλιὰ καὶ πετάξετε στὸν ἀέρα».
» Κι ἐπανέλαβε τὴν ἐπίθεσι του αὐτὴ τὴ φορὰ ἀπὸ ξηρὰ μὲ τὶς
περίφημες πολιορκητικὲς μηχανές, τοὺς κινητοὺς πύργους, κι ἀπὸ τὴ θάλασσα μ’
ἀναρίθμητα μονόξυλα.
» Ὁ λαὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπεστήριζε τὴν ἄμυνά του. Ἔστρεψε ὃμως τὰ
βλέμματα καὶ τὴν ψυχή του στὸ Θεό.
»Ἐκεῖ κοντὰ στὰ τείχη, στὴν ἐκκλησία τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, γονατιστοὶ
ὅλοι ἐδέοντο μπροστὰ στὴν Ἅγια Εἰκόνα γιὰ τὴ σωτηρία τῆς Πόλεως. Καί, ὤ! θαῦμα!
»Τὴν ὥς τὴ στιγμὴ ἐκείνη γαληνεμμένη θάλασσα ἐτάραξε τρομερὴ τρικυμία. Τὰ
μονόξυλα ἕνα ἕνα ἀναποδογύριζαν κι ἐβούλιαζαν. Κι ἡ ψυχὴ τῶν πολιορκημένων διὰ
μιᾶς, ἐγιγαντώθηκε, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε. ῞Ωρμησαν ἐναντίον τῶν Ἀβάρων ἔξω ἀπὸ τὰ
τείχη. Κι αὐτοί, φοβισμένοι ἀπὸ τὴ συμφορὰ τῆς θάλασσας κι ἀπὸ τὴν ἀπροσδόκητη
τροπὴ τῆς καταστάσεως, διελύθηκαν κι ἀναγκάσθησαν νὰ φύγουν. Νὰ φύγουν καὶ νὰ
μὴ ξαναγυρίσουν!
»Κι ἀμέσως πολεμισταὶ ἀνδρεῖοι, γέροντες σεβάσμιοι, γυναῖκες εὐσεβεῖς καὶ παιδιὰ
χαρούμενα, ὅλοι πλημμυρισμένοι ἀπὸ εὐτυχία, μὲ τὸν Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος
ἐκρατοῦσε τὴ θαυματουργὸ εἰκόνα μπροστά, ἐξεκίνησαν γιὰ τὴν ἐκκλησία τῆς
Παναγίας.
»Ὅλη τὴ νύκτα, ὄρθιοι, χωρὶς κανείς τους νὰ καθίσῃ, ἔψαλλαν στὴν Ὑπέρμαχο
Στρατηγὸ νικητήριους ὓμνους, εὐχαριστίες καὶ δοξολογίες γιὰ τὸ θαῦμα τῆς
σωτηρίας τους. Ἔψαλλαν τὸν Ἀκάθιστο ὕμνο, παιδί μου, τὸν ὁποῖον κι ἐμεῖς κάθε
χρόνο, σὰν ἀπόψε, ἐπαναλαμβάνομε στὴ μνήμη τῆς προστάτιδός μας Παναγίας καὶ τῶν
ἀνδρείων ἐκείνων».
Θεόδωρος Γιαννόπουλος



